Δύο κι ενενήντα τα μπαρμπούνια…

Δύο κι ενενήντα τα μπαρμπούνια…

Tου Παντελη Μπουκαλα

Δύο κι ενενήντα το κιλό τα μπαρμπούνια; Ε και λοιπόν; Πεντανόστιμα ψάρια είναι, πώς να μην κοστίζουν ένα χιλιάρικο; Στο κάτω κάτω, όσοι δεν μπορούν να τα αγοράσουν, μα με δικά τους χρήματα μα με τραπεζικό θαλασσοδάνειο (μπαρμπουνοδάνειο μάλλον), ας αρκεστούν στα παλαιόθεν γνωστά «μπαρμπούνια του φτωχού», τις ταπεινές κουτσομούρες, οι οποίες είναι φτηνότερες επειδή δεν διαθέτουν στο πάνω χειλάκι τους «barbα», ελληνιστί γενειάδα, που δίνει στα μπαρμπούνια το λατινικό ονοματάκι τους και τη συνοδό φήμη τους. Α, δεν πρόκειται για μπαρμπούνια ψάρια αλλά για μπαρμπούνια φασόλια; Εμ τότε αλλάζει το πράμα, και πρέπει να το πληροφορηθούν οι υπουργοί και υφυπουργοί Αναπτύξεως (των τιμών), οι Επιτροπές Ανταγωνισμού, οι Αγορανομίες, τα Παρατηρητήρια Τιμών, οι βετεράνοι της μάχης του τελάρου, το ΝΑΤΟ.

Για να κοστίζουν σήμερα τα μπαρμπουνοφάσουλα όσο κόστιζαν τέσσερα-πέντε χρόνια πριν τα μπαρμπουνόψαρα, κάτι έτρεξε (εκτός βέβαια από τις τιμές, που τρέχουν στον ανήφορο χωρίς να ασθμαίνουν). Ετρεξε βέβαια το ευρώ, που το 2002 μας το διαφήμισαν σαν πυρηνική δύναμη στο πορτοφόλι μας, μόνο που δεν είχαν λάβει επαρκώς υπόψη τους τις αλυσιδωτές αντιδράσεις: ακρίβεια-κερδοσκοπία-αιχροκέρδεια και πάλι από την αρχή.

Αυτός είναι ο κυριότερος, αν όχι ο μοναδικός, «νόμος της αγοράς», στο άγαλμα του οποίου θύουν ευλαβικά οι κυβερνώντες, κι αυτός, μαζί με την κάποια στρογγυλοποιητική ελαφρότητα του πρώτου καιρού, κατάντησε το ευρώ κατοστάρικο.

Για τη φαρμακερή ακρίβεια έχουμε ακούσει από τα κυβερνητικά χείλη δύο ερμηνείες καλά δουλεμένες (ή… δουλευτικές, όπως το δει κανείς). Η μία ενοχοποιεί το σόπινγκ θέραπυ, που φταίει λέει για όλα. Αλλά σόπινγκ θέραπυ με μπαρμπούνια γίνεται; Μπα, καμία ψυχιατρική ή ψυχαναλυτική σχολή δεν θα πρότεινε ως θεραπευτική την αγορά μπαρμπουνιών (ψαριών ή φασολιών). Η δεύτερη ερμηνεία, υπουργικού επιπέδου, συνοψίζεται στο δόγμα «πάτε γυρεύοντας». Μας εξηγούν δηλαδή, και μάλιστα στα σοβαρά, ότι ο καφές στην Αθήνα είναι δυο και τρεις φορές ακριβότερος απ’ ό,τι στη Ρώμη ή στο Παρίσι, επειδή αράζουμε με τις ώρες σε καφενεία και καφετέριες, κατεβάζουμε τη μια εκδοχή καφέ μετά την άλλη, κι έτσι προκαλούμε τους καταστηματάρχες να ανεβάσουν την τιμή των φραπέδων, των καπουτσίνων, των φρέντο κι όλης της κομπανίας. Εντάξει, ας δεχτούμε ότι για τον καφέ φταίει το καταναλωτικό μας πάθος, η μανία μας να καθόμαστε στους καφενέδες σαν μπέηδες από τον καιρό του Σουρή. Αλλά είδε ποτέ κανείς κανέναν ν’ απλώνει τις αρίδες του και να παραγγέλνει τη μια μερίδα μπαρμπούνια (φασόλια ή ψάρια) μετά την άλλη; Μήπως θα πρέπει να σκεφτούν κάποια άλλη εξήγηση οι πάντοτε ευρηματικοί υπουργοί μας; kath

© 2008, Για την αναδημοσίευση της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η αναφορά του link προς το άρθρο του ekatanalotis.gr.

Leave a Comment

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.