Απαράδεκτη και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά από τους υπαλλήλους της Αττικής Σκηνής

ΕΙΧΑΜΕ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (ΓΛΥΚΕΡΙΑ-ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ-ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ),ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΑΜΕ…
ΕΙΜΑΣΤΑΝ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΥ ΜΠΑΧΑΛΟΥ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΡΑΠΕΖΙ Κ ΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΊΣΕΙ,ΑΛΛΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ΕΙΧΑΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΡΑΠΕΖΙ ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙ ΓΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Κ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΚΑΤΑΒΆΛΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΙΣΧΥΕΙ Η ΚΡΑΤΗΣΗ ΑΛΛΟΙ ΠΑΛΙ ΕΝΩ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ Κ ΤΟΥΣ ΕΙΧΑΝ ΣΤΕΙΛΕΙ ΤΟ ΚΑΤΑΘΕΤΗΡΙΟ ΜΕ ΦΑΞ ΑΠΕΤΟΥΣΑΝ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΚΑΤΑΘΕΤΗΡΙΟ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ…!!!,ΕΠΙΣΗΣ Κ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΗΤΑΝ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΙΑΣ ΜΕ ΥΦΟΣ ΝΤΑΗ Κ ΝΤΑΒΑΤΖΗ ΠΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΑΛΛΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΜΑΓΑΖΙΑ Κ ΟΧΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ,ΖΗΤΟΥΣΕ ΤΑ ΧΡΉΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Κ ΜΕ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ Κ ΣΤΟΝ ΕΝΙΚΟ ΛΕΣ Κ ΜΙΛΟΥΣΕ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΟΛΛΗΤΟΥΣ ΕΓΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΟΥΝ ΛΕΣ Κ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΠΕΛΑΤΗΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ,ΚΑΛΑ ΘΑ ΚΑΝΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΕΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΚΥΑΛΙΑ ΟΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΕ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΞΑΝΑΔΟΥΝ ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΣ ΠΗΓΑΜΕ Κ ΑΚΟΥΜΠΗΣΑΜΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΜΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ Κ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΖΗΤΑΜΕ ΕΙΝΑΙ Κ ΤΟΥΣ ΑΝΑΛΟΓΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ…Κ ΟΧΙ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΦΑΣ Κ ΞΥΛΟ…ΛΥΠΑΜΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΥΤΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΞΑΝΑΔΟΥΝ ΟΠΩΣ Κ ΠΟΛΛΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΒΡΑΔΙΑ ΕΚΕΙ Κ ΒΙΩΣΑΝ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΓΙ’ΑΥΤΟ.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

http://tro-ma-ktiko.blogspot.com/2011/01/blog-post_9495.html

«Οποιος μιλάει αγγλικά θέλει να σε ξεγελάσει»

«Οποιος μιλάει αγγλικά θέλει να σε ξεγελάσει»

Της Μαριλης Mαργωμενου

«Η φέτα είναι σαν ασβέστης με αλάτι. Πραγματικά την τρώτε, ή τη φτιάχνετε μόνο για τους τουρίστες;». Αυτή είναι η ερώτηση της Σάμιαν απ’ την Ταϊλάνδη. «Υπάρχει κάποιο κόλπο για να κάνεις το ταξί να σταματήσει; Αν σηκώσεις το χέρι σου δεν σταματάει κανένα, ούτε τα άδεια». Αυτή είναι η ερώτηση του Μάικλ απ’ το Νιου Τζέρσεϊ. «Οι Ελληνες κάνετε παζάρι στον λογαριασμό στα εστιατόρια; Γιατί αν δεν κάνετε, είναι τόσο ακριβά που είναι απίστευτο». Αυτή είναι η ερώτηση της Αν απ’ την Αγγλία.

Είναι δύσκολο να κάνεις ρεπορτάζ με τους τουρίστες στην Αθήνα. Κυρίως γιατί πριν προλάβεις να ρωτήσεις οτιδήποτε, πρέπει πρώτα να απαντήσεις σε όλες αυτές τις ερωτήσεις που σε κάνουν να νιώθεις σαν εκπρόσωπος ιθαγενών. Το χειρότερο είναι πως οι τουρίστες – η Αν, η Σάμιαν, ο Μάικλ και οι υπόλοιποι που τριγυρνούν στην πόλη τώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, δεν θέλουν καθόλου να σε προσβάλλουν. Θέλουν μόνο μια λογική απάντηση για όλα τα παράλογα που τους συνέβησαν.

Η Σάμιαν έφαγε φέτα στην Πλάκα. Προφανώς πεπαλαιωμένη, αν κρίνω απ’ τη μυρωδιά ασβέστη και τη γλοιώδη υφή που περιγράφει. Η Αν πλήρωσε 112 ευρώ σ’ ένα ταβερνείο στου Ψυρρή για να της σερβίρουν «κεφτεδάκια της μαμάς» και «μπαρμπούνι με αμπελόφυλλα». Κι ο Μάικλ έψαχνε τρία τέταρτα για ταξί στο Σύνταγμα μπροστά στη Βουλή. «Κάποιοι φρέναραν στιγμιαία», λέει, «αλλά μόλις πήγαινα να ανοίξω την πόρτα γκάζωναν κι έφευγαν». Μάλλον γιατί ο Μάικλ δεν μπορούσε να προφέρει το «Λυκαβηττός!», κι οι ταξιτζήδες δεν είχαν καμία όρεξη να τους παρασύρει σε κάποια μακρινή, ασύμφορη κούρσα.

Στην Ακρόπολη, στο Σύνταγμα και στο Θησείο διαπιστώνω πως ασχέτως εθνικότητας και ηλικίας, φύλου ή κοινωνικής τάξης, κάθε τουρίστας έχει να μου διηγηθεί κι από μια μικρή τραγωδία που του συνέβη στην Αθήνα. Κι όχι μόνο σ’ αυτήν – διότι πώς να κόψεις τη διήγηση όταν σου λένε για το αεροδρόμιο της Μυκόνου στο οποίο οι τουαλέτες ήταν χαλασμένες, με αποτέλεσμα οι επιβάτες να ψάχνουν για δεντράκια στη γύρω περιοχή; Ή για το αεροδρόμιο της Σαντορίνης που στοιβάζονται κατά δεκάδες Γιαπωνέζοι, Κινέζοι και λοιπές φυλές, και μέχρι να έρθει το αεροπλάνο η μόνη λύση είναι να κάτσεις πάνω στη βαλίτσα σου γιατί πουθενά αλλού δεν χωράς;

Την καλύτερη ιστορία απ’ όλους, την έχει ο Μάικλ. Μου δείχνει τα σανδάλια του. «Ξέρεις πόσο τα πλήρωσα;», μου κάνει. Είναι απ’ αυτά που πουλούν στο Μοναστηράκι, με τις δερμάτινες σόλες. «Είκοσι ευρώ;», λέω. «Τριακόσια πενήντα πέντε ευρώ!», κάνει εκείνος. Πριν από τρεις μέρες, τα αγόρασε 15 ευρώ κάπου στην Αδριανού. Την επομένη μπήκε στο μετρό, κι όπως στεκόταν ένιωσε το λουράκι του ενός σανδαλιού λυμένο. «Εσκυψα να το δέσω, σηκώθηκα, και εκείνη την ώρα είδα έναν τύπο που να φεύγει βιαστικά από δίπλα μου. Προφανώς όπως έσκυψα κι άνοιξε η πίσω τσέπη του παντελονιού μου, αυτός ήταν που τράβηξε από μέσα τα 340 ευρώ μου. Κι αυτός πρέπει να ήταν που έλυσε και το λουράκι του παπουτσιού για να με κάνει να σκύψω. Αλλά βέβαια, στα 20 δευτερόλεπτα που μου πήρε να τα καταλάβω όλ’ αυτά, οι πόρτες του τρένου είχαν κλείσει κι ο τύπος είχε εξαφανιστεί».

Είναι ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς πως όλοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σ’ αυτό το ρεπορτάζ, όταν ήρθαν στην Αθήνα είχαν την καλύτερη γνώμη για την πόλη. Αν εξαιρέσουμε το Ντον, τον νεαρό Αμερικανό που βρήκε την Ιθάκη του στην παραλιακή και τον 67χρονο Χάιντζ απ’ το Αμβούργο, που είναι αρχαιολόγος κι ακόμα δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ’ το μυαλό του τις εικόνες του Παρθενώνα, όλοι οι υπόλοιποι θα φύγουν με τις χειρότερες εντυπώσεις.

Στο Κολωνάκι

Οπως το γκρουπ των Ταϊλανδών που συναντώ στην Ερμού. «Ο ένας σου λέει για “όμορφα κορίτσια σε καλή τιμή”, ο άλλος θέλει να σε τραβολογήσει σ’ ένα καταγώγιο, ο τρίτος βγάζει κάτι ρολόγια απ’ την τσέπη και προσπαθεί να στα πουλήσει…». Ο νεαρός Ταϊλανδός κουνάει το κεφάλι. «Εχω την εντύπωση», λέει, «πως όποιος μιλάει Αγγλικά στο Σύνταγμα, τα έχει μάθει για να σε ξεγελάσει!». Μου περιγράφει πως το προηγούμενο βράδυ τον τράβαγαν απ’ το μανίκι στην Πλάκα να κάτσει σ’ ένα εστιατόριο που δεν ήθελε. Η γιαγιά δίπλα του λέει πως «αυτό δεν είναι τίποτα!». Εκείνη όταν πρωτοβγήκε απ’ το ξενοδοχείο της σκόνταψε σ’ ένα ναρκομανή που είχε πέσει μπρος στην είσοδο! Στο «μα, πού μένετε;» απαντά ξέπνοα «Omonia square…». Κι ένα νεαρό κορίτσι με ρωτά αν έχω ψωνίσει ποτέ στο Κολωνάκι. Την κοιτάζω απορηματικά – «τι εννοείς;». Μου λέει πως αυτή προσπάθησε, αλλά δεν τα κατάφερε. «Πήγα να πάρω ένα μαγιό», λέει. «Το κατάλαβα απ’ την αρχή πως η πωλήτρια κάτι κακό σκεφτόταν για μένα. Αλλά είπα πως είναι η φαντασία μου. Διάλεξα δύο σχέδια και τη ρώτησα αν μπορώ να τα δοκιμάσω. Ξέρεις τι μου απάντησε; “Συγγνώμη κορίτσι μου, αλλά νομίζω πως αυτά τα μαγιό είναι πιο ακριβά απ’ αυτό που αντέχεις να πληρώσεις!”. Αφησα τα μαγιό κι έφυγα. Δεν νομίζω να έχω ξαναντραπεί άλλη φορά τόσο πολύ στη ζωή μου».

kathimerini

Ο εκβιασμός των 100 ευρώ

Tης Γιωτας Συκκα

Eίναι σαν να θέλουν να βγάλουν τα σπασμένα της δικής τους κρίσης. Εδώ και μια πενταετία όλα δείχνουν ότι τίποτα δεν πάει καλά, αλλά έκλειναν τα μάτια. Φέτος αφυπνίστηκαν οι περισσότεροι καλλιτέχνες του τραγουδιού, οι ερμηνευτές κυρίως, από κοντά και οι μαγαζάτορες που τα είδαν σκούρα περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά. Τρεις μέρες την εβδομάδα δουλεύουν οι περισσότεροι, τέσσερις – πέντε χώροι είναι οι γεμάτοι, ενώ όλοι τους επέλεξαν τη σίγουρη συνταγή της ένωσης των δυνάμεων. Αλλά όπως δείχνουν τα πράγματα οι συνεργασίες που γίνονται με το ζόρι δεν είναι πάντα επιτυχείς. Ούτε οι αντιγραφές. Είδαν ότι το σχήμα της αντροπαρέας λειτούργησε πριν από δύο σεζόν και σκέφτηκαν -δεν τους χαρακτηρίζει άλλωστε η φαντασία- να το επαναλάβουν. Τα περισσότερα προγράμματα είναι πληκτικά, αναμενόμενα, απλώς για να περνάει η ώρα. Λίγοι ξεχωρίζουν.

Ισως, γιατί άρχισε να επικρατεί κι ένας καινούργιος τρόπος εξυπηρέτησης των πελατών. Το στριμωξίδι δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο ούτε οι κακές αίθουσες με τις μικρές καρέκλες, που όλοι απεύχονται. Είναι η νυχτερινή συμπεριφορά των «υπευθύνων» στην προσπάθειά τους να κερδίσουν ό,τι έχασαν. Μόνο που ξεπέρασαν τη χαρακτηριστική αγένεια που γνωρίζαμε ώς τώρα.

Ετσι κι αλλιώς, τέτοιες μέρες με όσα γίνονται στην Αθήνα, ποιος έχει κέφι για ξεφάντωμα. Είναι όμως ακριβώς αυτές τις ημέρες που οι κοστουμαρισμένοι υπάλληλοι πολλών νυχτερινών κέντρων στριμώχνουν το κοινό κι ας υπάρχει χώρος ή το στέλνουν τιμωρία στα πίσω τραπέζια με θέα το W.C. Κι ας είναι επιδεικτικά άδεια τα πρώτα, δεύτερα και τρίτα ακόμη. Εκβιάζοντας 100 ή και 150 ευρώ ανάλογα με τον αριθμό της παρέας ή την επιθυμία για μια καλύτερη θέση. Είναι πολλές οι καταγγελίες που λαμβάνει η «Κ» από πελάτες που ένιωσαν να προσβάλλονται από τους νόμους και τους ανθρώπους της νύχτας. Και όταν πράξεις το αυτονόητο, διαμαρτυρηθείς δηλαδή για τις κακές συνθήκες και την εκμεταλλευση γι’ αυτήν την άνομη ατμόσφαιρα, η απάντηση είναι πανομοιότυπη. «Στα μπουζουκια είστε, τι περιμένετε;».

Με το ανάστημα του ισχυρού είναι οι ίδιοι που δεν τηρούν κανόνες ασφαλείας. Ούτε έξοδοι κινδύνου, πυρανίχνευση, εξαερισμός. Αλλοι, ούτε άδειες λειτουργίας.

kathimerini