Επώνυµα εστιατόρια πωλούσαν φαγητό κατεψυγµένο και το χρέωναν για φρέσκο!

Στην επιβολή προστίμων, συνολικού ύψους 36.500 ευρώ προχώρησαν τα κλιμάκια της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας σε 21 γνωστά εστιατόρια, στις περιοχές: Γλυφάδα, Κολωνάκι, Πλάκα και Περιστέρι, ύστερα από ελέγχους, που πραγματοποίησαν.

Στο πλαίσιο των ελέγχων διαπιστώθηκε ότι οι επιχειρήσεις διέθεταν στους πελάτες τους κρέατα και ψαρικά είδη, ακόμη και ψωμάκια, κατεψυγμένα, εμφανίζοντας τα ως δήθεν φρέσκα.

Πηγή: http://www.mindev.gov.gr/?p=4471

«Οποιος μιλάει αγγλικά θέλει να σε ξεγελάσει»

«Οποιος μιλάει αγγλικά θέλει να σε ξεγελάσει»

Της Μαριλης Mαργωμενου

«Η φέτα είναι σαν ασβέστης με αλάτι. Πραγματικά την τρώτε, ή τη φτιάχνετε μόνο για τους τουρίστες;». Αυτή είναι η ερώτηση της Σάμιαν απ’ την Ταϊλάνδη. «Υπάρχει κάποιο κόλπο για να κάνεις το ταξί να σταματήσει; Αν σηκώσεις το χέρι σου δεν σταματάει κανένα, ούτε τα άδεια». Αυτή είναι η ερώτηση του Μάικλ απ’ το Νιου Τζέρσεϊ. «Οι Ελληνες κάνετε παζάρι στον λογαριασμό στα εστιατόρια; Γιατί αν δεν κάνετε, είναι τόσο ακριβά που είναι απίστευτο». Αυτή είναι η ερώτηση της Αν απ’ την Αγγλία.

Είναι δύσκολο να κάνεις ρεπορτάζ με τους τουρίστες στην Αθήνα. Κυρίως γιατί πριν προλάβεις να ρωτήσεις οτιδήποτε, πρέπει πρώτα να απαντήσεις σε όλες αυτές τις ερωτήσεις που σε κάνουν να νιώθεις σαν εκπρόσωπος ιθαγενών. Το χειρότερο είναι πως οι τουρίστες – η Αν, η Σάμιαν, ο Μάικλ και οι υπόλοιποι που τριγυρνούν στην πόλη τώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, δεν θέλουν καθόλου να σε προσβάλλουν. Θέλουν μόνο μια λογική απάντηση για όλα τα παράλογα που τους συνέβησαν.

Η Σάμιαν έφαγε φέτα στην Πλάκα. Προφανώς πεπαλαιωμένη, αν κρίνω απ’ τη μυρωδιά ασβέστη και τη γλοιώδη υφή που περιγράφει. Η Αν πλήρωσε 112 ευρώ σ’ ένα ταβερνείο στου Ψυρρή για να της σερβίρουν «κεφτεδάκια της μαμάς» και «μπαρμπούνι με αμπελόφυλλα». Κι ο Μάικλ έψαχνε τρία τέταρτα για ταξί στο Σύνταγμα μπροστά στη Βουλή. «Κάποιοι φρέναραν στιγμιαία», λέει, «αλλά μόλις πήγαινα να ανοίξω την πόρτα γκάζωναν κι έφευγαν». Μάλλον γιατί ο Μάικλ δεν μπορούσε να προφέρει το «Λυκαβηττός!», κι οι ταξιτζήδες δεν είχαν καμία όρεξη να τους παρασύρει σε κάποια μακρινή, ασύμφορη κούρσα.

Στην Ακρόπολη, στο Σύνταγμα και στο Θησείο διαπιστώνω πως ασχέτως εθνικότητας και ηλικίας, φύλου ή κοινωνικής τάξης, κάθε τουρίστας έχει να μου διηγηθεί κι από μια μικρή τραγωδία που του συνέβη στην Αθήνα. Κι όχι μόνο σ’ αυτήν – διότι πώς να κόψεις τη διήγηση όταν σου λένε για το αεροδρόμιο της Μυκόνου στο οποίο οι τουαλέτες ήταν χαλασμένες, με αποτέλεσμα οι επιβάτες να ψάχνουν για δεντράκια στη γύρω περιοχή; Ή για το αεροδρόμιο της Σαντορίνης που στοιβάζονται κατά δεκάδες Γιαπωνέζοι, Κινέζοι και λοιπές φυλές, και μέχρι να έρθει το αεροπλάνο η μόνη λύση είναι να κάτσεις πάνω στη βαλίτσα σου γιατί πουθενά αλλού δεν χωράς;

Την καλύτερη ιστορία απ’ όλους, την έχει ο Μάικλ. Μου δείχνει τα σανδάλια του. «Ξέρεις πόσο τα πλήρωσα;», μου κάνει. Είναι απ’ αυτά που πουλούν στο Μοναστηράκι, με τις δερμάτινες σόλες. «Είκοσι ευρώ;», λέω. «Τριακόσια πενήντα πέντε ευρώ!», κάνει εκείνος. Πριν από τρεις μέρες, τα αγόρασε 15 ευρώ κάπου στην Αδριανού. Την επομένη μπήκε στο μετρό, κι όπως στεκόταν ένιωσε το λουράκι του ενός σανδαλιού λυμένο. «Εσκυψα να το δέσω, σηκώθηκα, και εκείνη την ώρα είδα έναν τύπο που να φεύγει βιαστικά από δίπλα μου. Προφανώς όπως έσκυψα κι άνοιξε η πίσω τσέπη του παντελονιού μου, αυτός ήταν που τράβηξε από μέσα τα 340 ευρώ μου. Κι αυτός πρέπει να ήταν που έλυσε και το λουράκι του παπουτσιού για να με κάνει να σκύψω. Αλλά βέβαια, στα 20 δευτερόλεπτα που μου πήρε να τα καταλάβω όλ’ αυτά, οι πόρτες του τρένου είχαν κλείσει κι ο τύπος είχε εξαφανιστεί».

Είναι ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς πως όλοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σ’ αυτό το ρεπορτάζ, όταν ήρθαν στην Αθήνα είχαν την καλύτερη γνώμη για την πόλη. Αν εξαιρέσουμε το Ντον, τον νεαρό Αμερικανό που βρήκε την Ιθάκη του στην παραλιακή και τον 67χρονο Χάιντζ απ’ το Αμβούργο, που είναι αρχαιολόγος κι ακόμα δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ’ το μυαλό του τις εικόνες του Παρθενώνα, όλοι οι υπόλοιποι θα φύγουν με τις χειρότερες εντυπώσεις.

Στο Κολωνάκι

Οπως το γκρουπ των Ταϊλανδών που συναντώ στην Ερμού. «Ο ένας σου λέει για “όμορφα κορίτσια σε καλή τιμή”, ο άλλος θέλει να σε τραβολογήσει σ’ ένα καταγώγιο, ο τρίτος βγάζει κάτι ρολόγια απ’ την τσέπη και προσπαθεί να στα πουλήσει…». Ο νεαρός Ταϊλανδός κουνάει το κεφάλι. «Εχω την εντύπωση», λέει, «πως όποιος μιλάει Αγγλικά στο Σύνταγμα, τα έχει μάθει για να σε ξεγελάσει!». Μου περιγράφει πως το προηγούμενο βράδυ τον τράβαγαν απ’ το μανίκι στην Πλάκα να κάτσει σ’ ένα εστιατόριο που δεν ήθελε. Η γιαγιά δίπλα του λέει πως «αυτό δεν είναι τίποτα!». Εκείνη όταν πρωτοβγήκε απ’ το ξενοδοχείο της σκόνταψε σ’ ένα ναρκομανή που είχε πέσει μπρος στην είσοδο! Στο «μα, πού μένετε;» απαντά ξέπνοα «Omonia square…». Κι ένα νεαρό κορίτσι με ρωτά αν έχω ψωνίσει ποτέ στο Κολωνάκι. Την κοιτάζω απορηματικά – «τι εννοείς;». Μου λέει πως αυτή προσπάθησε, αλλά δεν τα κατάφερε. «Πήγα να πάρω ένα μαγιό», λέει. «Το κατάλαβα απ’ την αρχή πως η πωλήτρια κάτι κακό σκεφτόταν για μένα. Αλλά είπα πως είναι η φαντασία μου. Διάλεξα δύο σχέδια και τη ρώτησα αν μπορώ να τα δοκιμάσω. Ξέρεις τι μου απάντησε; “Συγγνώμη κορίτσι μου, αλλά νομίζω πως αυτά τα μαγιό είναι πιο ακριβά απ’ αυτό που αντέχεις να πληρώσεις!”. Αφησα τα μαγιό κι έφυγα. Δεν νομίζω να έχω ξαναντραπεί άλλη φορά τόσο πολύ στη ζωή μου».

kathimerini

Τα… μακαρόνια του διαβόλου

Της Τανιας Γεωργιοπουλου

Το σκηνικό ειδυλλιακό. Παραθαλάσσιο μαγαζί σε κοσμοπολίτικο ελληνικό νησί. Προσεγμένο, με ναυτική διακόσμηση, ξύλινο πάτωμα και τεράστιες, άνετες καρέκλες που σου επιτρέπουν να γύρεις νωχελικά και να απολαύσεις τη θέα. Μία νεαρή σερβιτόρα πλησιάζει το τραπέζι για να πάρει παραγγελία. Διαδικασία που όμως αποδεικνύεται πιο δύσκολη και επίπονη από ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Κατ’ αρχήν η -ευγενέστατη είναι η αλήθεια- κοπέλα δεν έχει τη δυνατότητα να αποκρυπτογραφήσει κανέναν από τους τίτλους που η φαντασία του ιδιοκτήτη έχει δώσει στα εδέσματα που προτείνονται στον κατάλογο. Ετσι, τα «μακαρόνια με φωτιά διαβόλου» παραμένουν ένα άλυτο μυστήριο μέχρι να φτάσουν στο τραπέζι μας και να ανακαλύψουμε ότι πρόκειται απλώς για μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα και μπόλικη καυτερή πιπεριά και το «ριζότο με αρωματικά χόρτα» αποδεικνύεται ένα απλό σπανακόρυζο. Τα «ψάρια ημέρας» που προτάθηκαν ως «φρεσκότατος γαύρος» ήταν τελικά σαρδέλες. Οσο για τον προσδιορισμό των λαχανικών που περιλαμβάνονταν στη «σαλάτα εποχής» στάθηκε αδύνατος. Η παραγγελία του κρασιού αποδεικνύεται ακόμα πιο δύσκολη. Ο άνθρωπος που καλείται να μας εξυπηρετήσει και -γιατί όχι- να μας καθοδηγήσει, εκπλήσσεται όταν ανακαλύπτει ότι το αγιωργίτικο είναι… κόκκινο κρασί. Και βέβαια ούτε λόγος για σαμπανιέρα ώστε να μη ζεσταθεί το κρασί.

Η κοπέλα μάς ζήτησε συγγνώμη για την άγνοια, αλλά όπως μας εξήγησε εργαζόταν ως σερβιτόρα «ευκαιριακά». Ηταν ολοφάνερο ότι αντιμετώπιζε τη συγκεκριμένη δουλειά υποτιμητικά και δεν της περνούσε καν από το μυαλό ότι το να εργάζεσαι στον τομέα του τουρισμού, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι εξαιρετικά σημαντικό και, παρόλο που φαντάζει εύκολο, απαιτεί προσόντα και γνώσεις. Γιατί όμως να το σκεφτεί η ίδια, αφού δεν απασχολεί αυτόν που την προσέλαβε, ο οποίος για να γλιτώσει μερικά ευρώ, χάνει την ευκαιρία να βγάλει πολύ περισσότερα μελλοντικά. Και βέβαια δεν απασχολεί συνολικά όσους κόπτονται για τον τουρισμό αυτής της χώρας, μιλούν για επενδύσεις και υποδομές, για δείκτες αλλά δεν έχουν μεριμνήσει για το απλούστερο. Την κατάρτιση και την εξασφάλιση της επάρκειας εκείνων που αποτελούν το πρόσωπο, τη βιτρίνα όλης αυτής της βιομηχανίας.

Και βέβαια δεν νοιάζει ούτε εκείνους που «προωθούν» τα ελληνικά προϊόντα με καμπάνιες που όπως αποδεικνύεται κοστίζουν πολύ και αποφέρουν ελάχιστα. Γιατί βέβαια ποιο μέρος είναι καλύτερο για να γνωρίσουν, να γευτούν οι τουρίστες τα τοπικά ελληνικά προϊόντα, και στη συνέχεια να τα αναζητήσουν, αν όχι το ταβερνάκι, το εστιατόριο των διακοπών;

Με κίνδυνο να ακουστεί σαν γκρίνια, ακόμα θυμάμαι την έκπληξη, ανάμικτη ίσως και με λίγη δυσφορία, με την οποία Ιταλός σερβιτόρος με αντιμετώπισε όταν ζήτησα το κρέας, κατά την ελληνική συνήθεια, «λίγο πιο καλά ψημένο». Πρόκειται για παλιά ιταλική συνταγή με πληροφόρησε, δίνοντάς μου ένα σωρό πληροφορίες για την προέλευση και τον τρόπο εκτροφής του ζώου, τον τρόπο μαγειρικής και τα μυρωδικά χόρτα που χρησιμοποιούνται στο μαγείρεμα τα οποία, όπως μου είπε, φτάνουν φρέσκα κάθε πρωί ειδικά για να μαγειρευτεί αυτό το πιάτο. Αλήθεια, ψέματα, πάντως με έπεισε. kathimerini

Τρώγοντας τα λίγα λεφτά μας

Tου Δημητρη Ρηγοπουλου

Πριν ακόμα στεγνώσουν οι δρόμοι της Αθήνας από την απροσδόκητη βροχή της περασμένης Κυριακής, καθόμασταν στις φρεσκοστεγνωμένες καρέκλες ενός μικρού, συμπαθητικού εστιατορίου κάπου στον Ταύρο. Μην φανταστείτε κάποιο ξεχασμένο ταβερνείο της δεκαετίας του ’50 για μουντζουρωμένους εργάτες που θέλουν να ξεγελάσουν την πέινα τους. Μιλάμε γι’ αυτό το εξαιρετικά δημοφιλές υβρίδιο της λεγόμενης «μοντέρνας ταβέρνας», όπου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παραπέμπει στους κώδικες της παραδοσιακής ελληνικής ταβέρνας, αλλά μέχρι εκεί. Ολα τα υπόλοιπα είναι «πειραγμένα» με ντιζάιν λεπτομέρειες και urban αισθητική, συνήθως για να δικαιολογούνται οι επίσης συχνά «τσιμπημένες» τιμές που δεν προσομοιάζουν καθόλου στις αντίστοιχες μίας ταπεινής ελληνικής ταβέρνας. Ευτυχώς, η βροχή είχε σταματήσει και δεν υποχρεωθήκαμε να κλειστούμε στη στεγασμένη σάλα. Αντίθετα, απολαύσαμε το φαγητό μας υπό σκανδαλιστικά δροσερές (για τα αθηναϊκά δεδομένα) συνθήκες. Κάποια στιγμή ήρθε και ο λογαριασμός: 35 ευρώ για δύο άτομα!

Kοιταχτήκαμε για ευνόητους λόγους. Είχαμε μοιραστεί ένα κυρίως πιάτο (από τα πιο «ακριβά» του καταλόγου), αλλά δεν είχαμε στερηθεί τη σαλάτα μας, τα ορεκτικά ή το κρασί μας. Στο τέλος «κεραστήκαμε» φρούτα και γλυκά. Με 35 ευρώ.

Το εστιατόριο δεν ήταν γεμάτο. Εφταιγε ο Αύγουστος; Εφταιγε η απροσδόκητη μπόρα που τρόμαξε πολλούς; Αλλά επειδή δεν επισκεπτόμουν πρώτη φορά το συγκεκριμένο μέρος, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι την ίδια ώρα που το διπλανό μου τραπέζι ήταν άδειο, σε άλλα πολύ πιο «τσιμπημένα» εστιατόρια της Αθήνας μπορεί να μην έπεφτε καρφίτσα. Μπορεί. Δεν ξέρω.

Τι αγωνίζομαι να πω; Η «πανάκριβη» Αθήνα μπορεί να είναι όσο «πανάκριβη» θέλουμε. Αρκεί να το θέλουμε. Γιατί αν δεν το θέλουμε μπορώ να σας υποδείξω δέκα (10) τουλάχιστον εστιατόρια στο κέντρο ή στα πέριξ του κέντρου, όπου θα πληρώσετε από δέκα έως είκοσι ευρώ το άτομο. Ταβέρνες ή εστιατόρια, αδιάφορο, ήσυχα μέρη που μπορείς να φας το φαγάκι σου χωρίς να ξεπαραδιαστείς. Αλλά δεν ακούω να γίνεται πολλή φασαρία γι’ αυτά. Αντίθετα, στις παρέες κάνουμε μεγάλο σαματά για το τάδε εστιατόριο που πληρώσαμε 70 ευρώ το άτομο ή για το δείνα όπου «μας έφυγαν 150 ευρώ μέσα σε δύο ώρες». Το περασμένο Σάββατο, η Σούζαν Μπόιτ έγραφε στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς»: «Ολοι λένε πόσο ακριβό είναι το Λονδίνο και μπορεί να είναι, αν δεν ξέρεις πού να πας -ή αν χρειάζεται να αγοράσεις σπίτι- αλλά χθες στην αγορά της Μπέργουικ Στριτ στο Σόχο, τρία πανεράκια με βατόμουρα τα έβρισκες με μία λίρα». Κανείς δεν υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υπάρχει άνοδος των τιμών. Ακόμα κι αν απέχει συνειδητά από την τηλε-υστερία των δελτίων των οκτώ. Ολες, όμως, οι περίοδοι «κρίσης» προσφέρουν και μεγάλες ευκαιρίες. Σήμερα, που ο πληθωρισμός φλερτάρει με νούμερα άλλων, περασμένων εποχών, είναι η ευκαιρία μας να κάνουμε αυτό που δεν κάναμε σχεδόν ποτέ. Να σκεφτόμαστε δύο φορές σε ποιον θα δώσουμε τα ωραία (λίγα) λεφτά μας.
kathimerini