Τρώγοντας τα λίγα λεφτά μας

Tου Δημητρη Ρηγοπουλου

Πριν ακόμα στεγνώσουν οι δρόμοι της Αθήνας από την απροσδόκητη βροχή της περασμένης Κυριακής, καθόμασταν στις φρεσκοστεγνωμένες καρέκλες ενός μικρού, συμπαθητικού εστιατορίου κάπου στον Ταύρο. Μην φανταστείτε κάποιο ξεχασμένο ταβερνείο της δεκαετίας του ’50 για μουντζουρωμένους εργάτες που θέλουν να ξεγελάσουν την πέινα τους. Μιλάμε γι’ αυτό το εξαιρετικά δημοφιλές υβρίδιο της λεγόμενης «μοντέρνας ταβέρνας», όπου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παραπέμπει στους κώδικες της παραδοσιακής ελληνικής ταβέρνας, αλλά μέχρι εκεί. Ολα τα υπόλοιπα είναι «πειραγμένα» με ντιζάιν λεπτομέρειες και urban αισθητική, συνήθως για να δικαιολογούνται οι επίσης συχνά «τσιμπημένες» τιμές που δεν προσομοιάζουν καθόλου στις αντίστοιχες μίας ταπεινής ελληνικής ταβέρνας. Ευτυχώς, η βροχή είχε σταματήσει και δεν υποχρεωθήκαμε να κλειστούμε στη στεγασμένη σάλα. Αντίθετα, απολαύσαμε το φαγητό μας υπό σκανδαλιστικά δροσερές (για τα αθηναϊκά δεδομένα) συνθήκες. Κάποια στιγμή ήρθε και ο λογαριασμός: 35 ευρώ για δύο άτομα!

Kοιταχτήκαμε για ευνόητους λόγους. Είχαμε μοιραστεί ένα κυρίως πιάτο (από τα πιο «ακριβά» του καταλόγου), αλλά δεν είχαμε στερηθεί τη σαλάτα μας, τα ορεκτικά ή το κρασί μας. Στο τέλος «κεραστήκαμε» φρούτα και γλυκά. Με 35 ευρώ.

Το εστιατόριο δεν ήταν γεμάτο. Εφταιγε ο Αύγουστος; Εφταιγε η απροσδόκητη μπόρα που τρόμαξε πολλούς; Αλλά επειδή δεν επισκεπτόμουν πρώτη φορά το συγκεκριμένο μέρος, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι την ίδια ώρα που το διπλανό μου τραπέζι ήταν άδειο, σε άλλα πολύ πιο «τσιμπημένα» εστιατόρια της Αθήνας μπορεί να μην έπεφτε καρφίτσα. Μπορεί. Δεν ξέρω.

Τι αγωνίζομαι να πω; Η «πανάκριβη» Αθήνα μπορεί να είναι όσο «πανάκριβη» θέλουμε. Αρκεί να το θέλουμε. Γιατί αν δεν το θέλουμε μπορώ να σας υποδείξω δέκα (10) τουλάχιστον εστιατόρια στο κέντρο ή στα πέριξ του κέντρου, όπου θα πληρώσετε από δέκα έως είκοσι ευρώ το άτομο. Ταβέρνες ή εστιατόρια, αδιάφορο, ήσυχα μέρη που μπορείς να φας το φαγάκι σου χωρίς να ξεπαραδιαστείς. Αλλά δεν ακούω να γίνεται πολλή φασαρία γι’ αυτά. Αντίθετα, στις παρέες κάνουμε μεγάλο σαματά για το τάδε εστιατόριο που πληρώσαμε 70 ευρώ το άτομο ή για το δείνα όπου «μας έφυγαν 150 ευρώ μέσα σε δύο ώρες». Το περασμένο Σάββατο, η Σούζαν Μπόιτ έγραφε στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς»: «Ολοι λένε πόσο ακριβό είναι το Λονδίνο και μπορεί να είναι, αν δεν ξέρεις πού να πας -ή αν χρειάζεται να αγοράσεις σπίτι- αλλά χθες στην αγορά της Μπέργουικ Στριτ στο Σόχο, τρία πανεράκια με βατόμουρα τα έβρισκες με μία λίρα». Κανείς δεν υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υπάρχει άνοδος των τιμών. Ακόμα κι αν απέχει συνειδητά από την τηλε-υστερία των δελτίων των οκτώ. Ολες, όμως, οι περίοδοι «κρίσης» προσφέρουν και μεγάλες ευκαιρίες. Σήμερα, που ο πληθωρισμός φλερτάρει με νούμερα άλλων, περασμένων εποχών, είναι η ευκαιρία μας να κάνουμε αυτό που δεν κάναμε σχεδόν ποτέ. Να σκεφτόμαστε δύο φορές σε ποιον θα δώσουμε τα ωραία (λίγα) λεφτά μας.
kathimerini

© 2008, Για την αναδημοσίευση της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η αναφορά του link προς το άρθρο του ekatanalotis.gr.

Leave a Comment

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.