Η ατιμωρησία βασιλεύει

Εφημερίδα ΤΟ  ΒΗΜΑ – 27/06/2021 (σελ. 200)

Νομικό καθεστώς ακατάλληλο για επενδύσεις

Του Γιάννη Μαρίνου

Με ασυνήθιστη για αυτήν ταχύτητα η Ευρωπαϊκή Ενωση ολοκλήρωσε τη διαδικασία εγκρίσεως και είναι έτοιμη να θέσει σε λειτουργία το Ταμείο Ανάκαμψης. Η αισιοδοξία είναι ήδη διάχυτη και οι προσδοκίες ενθουσιώδεις. Ομως παραβλέπονται οι εγχώριες αγκυλώσεις, που μπορεί να αποδειχθούν εμπόδιο ή ακόμα και να ματαιώσουν τα σχεδιαζόμενα έργα και ιδιαίτερα τις ιδιωτικές επενδύσεις. Πέρα από την παραλύουσα πλείστα έργα γραφειοκρατία (η επταετής περιπέτεια της επένδυσης στο Ελληνικό είναι η χαρακτηριστικότερη) και τις κάθε είδους προσφυγές στη Δικαιοσύνη, που ανακόπτουν την εκτέλεση πλήθους έργων, μείζον εμπόδιο μπορεί να αποδειχθεί και η απαράδεκτη βραδύτητα στην απονομή της, όπως και η ασύδοτη παραβατικότητα και εγκληματικότητα που επικρατούν στη χώρα μας και συνεχώς επιδεινώνονται και που αναπότρεπτα αποθαρρύνουν, αν δεν ματαιώνουν, τις προσδοκώμενες ιδιωτικές κυρίως επενδύσεις.

Στο αφιέρωμα αυτό του «Βήματος», το οποίο διαπνέεται από εύλογη αισιοδοξία, νομίζουμε ότι μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη και η ανάδειξη αυτής της αρνητικής πλευράς, τις διαστάσεις της οποίας οφείλει η κυβέρνηση να επιδιώξει το ταχύτερο να περιστείλει πριν να είναι πολύ αργά.

Δυστυχώς στη χώρα μας υφίσταται σε μεγάλη έκταση απουσία κράτους δικαίου, πράγμα που απεικονίζεται εν πρώτοις στις αφάνταστα επιεικείς ποινές ακόμα και για τα στυγνότερα εγκλήματα, αλλά και με την εκτεταμένη αναστολή έκτισης όλων σχεδόν των ποινών κράτησης και φυλάκισης.

Η ανεπίτρεπτη αυτή εικόνα συμπληρώνεται και από την ουσιαστική αρνησιδικία, στην οποία επί δεκαετίες επιδίδεται η ελληνική δικαστική εξουσία με τη συνέργεια της αδιάφορης έως συνένοχης πολιτικής εξουσίας, η οποία, αν δεν συμπράττει, τουλάχιστον αδρανεί μη αποτολμώντας τις αναγκαίες επείγουσες νομοθετικές τομές, ώστε να δικαιώνονται εγκαίρως οι αδικούμενοι και να μην αισθάνονται στο απυρόβλητο οι αδικούντες. Διότι στις περισσότερες περιπτώσεις εκκρεμών δικών η απονομή της δικαιοσύνης ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Η Ελλάδα μετρά πάνω από 400 καταδίκες από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και βρίσκεται από καιρό στην πρώτη πεντάδα για πολύχρονες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης ανάμεσα στις 47 χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Με προ διετίας στοιχεία περισσότερες από ένα εκατομμύριο υποθέσεις βρίσκονταν στα συρτάρια των δικαστηρίων της χώρας όλων των βαθμών. Μόνο στα ειρηνοδικεία είχαν φτάσει τις 445.000 οι υποθέσεις που δεν είχαν εκδικαστεί, ενώ στα πρωτοδικεία τις 255.000. Περί τις 370.000 υποθέσεις εκκρεμούσαν στα διοικητικά πρωτοδικεία και 60.000 στα διοικητικά εφετεία. Οι αδίκαστες υποθέσεις στον Αρειο Πάγο ήταν πάνω από 2.500 και στο Συμβούλιο Επικρατείας 27.000! Υπολογίστηκε ότι περίπου 5.000.000 πολίτες, δηλαδή ο μισός πληθυσμός της χώρας, έχει κάποια υπόθεση σε εκκρεμότητα στη Δικαιοσύνη. Ειδικά στη διοικητική Δικαιοσύνη ο χρόνος των δεκατριών ετών για την ολοκλήρωση μιας δικαστικής διαδικασίας είναι συνηθισμένος. Χιλιάδες είναι όσοι πεθαίνουν μάταια επί χρόνια αναμένοντες να δικαιωθούν.

Μολονότι δεν παρουσιάζεται η επιβαλλόμενη κατά προτεραιότητα διορθωτική νομοθετική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν οι Ελληνες προσβλέπουν στον διακηρυσσόμενο μεταρρυθμιστικό και καινοτόμο ζήλο του κ. Πρωθυπουργού και της σημερινής κυβέρνησης, η οποία όμως καθυστερεί αδικαιολόγητα, μολονότι τα φιλόδοξα σχέδιά της για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας μπορεί να αποδειχθούν κενά περιεχομένου αν δεν αντιμετωπισθεί αμέσως και ριζικά το πρόβλημα της ουσιαστικής αρνησιδικίας στη χώρα μας.

Είναι πασίγνωστο ότι οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης οδηγούν επενδυτές ακόμα και να αποσύρουν το ενδιαφέρον τους από τη χώρα ή να αποφεύγουν να εκδηλώσουν συγκεκριμένο επενδυτικό ενδιαφέρον. Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών μάταια επί χρόνια υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισης της συγκεκριμένης παθογένειας. Σύμφωνα με την έκθεση Doing Business 2020 της Παγκόσμιας Τράπεζας η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης για τους επιχειρηματίες είναι ένα από τα πέντε βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα μαζί με την πολυνομία.

Ασύγγνωστη επιείκεια της Δικαιοσύνης

Εχει ενοχλήσει κάποιους αναγνώστες του «Βήματος» η κριτική μου για την ασύγγνωστη επιείκεια που χαρακτηρίζει τις αποφάσεις της ποινικής Δικαιοσύνης, πέρα από την ήδη απαράδεκτη ουσιαστική εύνοια της ποινικής νομοθεσίας μας προς τους διαπράττοντες ποινικά αδικήματα. Οπως όμως εύστοχα έχει υπογραμμίσει ο αείμνηστος καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης, «απ’ όλες τις εξουσίες η δικαστική είναι αυτή που πρέπει να ανέχεται την οξύτερη κριτική, γιατί είναι η μόνη που δεν ελέγχεται από κανέναν».

Και η διπλή αυτή κριτική και στην ποινική νομοθεσία και στην εφαρμογή της από τα δικαστήρια είναι απολύτως αναγκαία αν η ελληνική κοινωνία επιθυμεί να περιορισθεί η εκτεταμένη δράση συμμοριών που διαπράττουν κλοπές και ληστείες και η καταστροφική δραστηριότητα των αναρχοαυτόνομων, των Ρουβικώνων και των μπαχαλάκηδων.

Δυστυχώς η ευρύτατη δημοσιότητα, η οποία αναφέρεται σε αυτή τη συνεχώς μάλιστα αυξανόμενη έκνομη συμπεριφορά, έχει ενθαρρύνει το οργανωμένο έγκλημα, στο οποίο χωρίς δισταγμό συμπράττουν ακόμα και επίορκοι κρατικοί υπάλληλοι, συμπεριλαμβανομένων και αστυνομικών, καθώς γνωρίζουν πια πολύ καλά ότι τόσο η νομοθεσία όσο και η δικαστική πρακτική αντιμετωπίζουν το έγκλημα και τους εγκληματίες με επιείκεια και ποινές-χάδι, που και αυτών αναστέλλεται κατά κανόνα η εκτέλεση. Δυστυχώς αυτό το καθεστώς επιείκειας και ασυλίας έχει καταστεί ευρέως γνωστό και πέραν των ελληνικών συνόρων, με αποτέλεσμα την εισαγωγή επίδοξων ληστών και από το εξωτερικό. Είναι άλλωστε καθημερινή η ειδησεογραφία που αναφέρεται στην αλβανική ή στη γεωργιανή μαφία και γενικά σε αλλοδαπής ταυτότητας παραβάτες.

Εχει επίσης διαπιστωθεί ότι στις τάξεις των ποινικών παραβατών εντάσσονται και ουκ ολίγοι από τους πρόσφυγες και λαθρομετανάστες, σημαντικός αριθμός από τους οποίους καταφεύγει στο έγκλημα για λόγους βιοπορισμού. Οι ανεπαρκείς δομές στήριξης των απελπισμένων αυτών ανθρώπων και η ανάγκη επιβίωσης τους ωθούν συχνά στην παραβατικότητα. Πολύ περισσότερο μάλιστα καθώς σύντομα πληροφορούνται ότι και αν ακόμα συλληφθούν και αποφασισθεί η φυλάκισή τους, η φιλάνθρωπη ποινική νομοθεσία μας έχει προνοήσει στην αναστολή εκτέλεσης των ποινών, εξ ου και τα καθημερινά δημοσιεύματα για συλλαμβανόμενους για κλοπές και ληστείες, οι οποίοι είχαν κατ’ επανάληψιν καταδικαστεί.

Οταν δεν χωρούν οι φυλακές

Οταν τα μέλη μιας οικογένειας πολλαπλασιάζονται και δημιουργείται πρόβλημα χώρου ο αρχηγός της αγοράζει ή ενοικιάζει ένα μεγαλύτερο σπίτι. Και έως ότου καταστεί αυτό εφικτό η οικογένεια στριμώχνεται. Κανένας οικογενειάρχης δεν διανοείται να πετάξει στον δρόμο τα μέλη που περισσεύουν. Ομως αυτό το λογικά αδιανόητο κάποιοι πολιτικοί μας το θεώρησαν ως λύση για τις φυλακές που ασφυκτιούν από καταδικασμένους. Αντί η εκάστοτε κυβέρνηση να επεκτείνει τις υπάρχουσες φυλακές και να δημιουργήσει και νέες εφόσον πολλαπλασιάζονται οι καταδικασμένοι σε φυλάκιση, με αναίσχυντους νόμους αφήνει ελεύθερους τους πλεονάζοντες καταδίκους ακόμα και αν είναι δολοφόνοι, ληστές, βιαστές, έμποροι ναρκωτικών, κ.ο.κ.

Η αδιάντροπη αυτή πολιτική προϋπήρχε από χρόνια και απλώς την κορύφωσή της γνώρισε επί κυβέρνησης Τσίπρα με τον διαβόητο νόμο Παρασκευόπουλου, χάρις στον οποίο χιλιάδες καταδικασμένοι για τα βαρύτερα αδικήματα απεδόθησαν ελεύθεροι στην κοινωνία και φυσικό είναι οι εξ αυτών επαγγελματίες να συνεχίζουν το ανίερο έργο τους με την ουσιαστική άδεια της πολιτείας. Χωρίς μάλιστα τον φόβο της τιμωρίας, αφού αν διαπράξουν νέα αδικήματα θα τύχουν και πάλι αυτής της αναίσχυντης ατιμωρησίας. Ετσι καθημερινά διαβάζουμε π.χ. στις εφημερίδες ότι τριάντα φορές έχει συλληφθεί Αλγερινός που κατάκλεβε ανυποψίαστους πολίτες και ισάριθμες φορές έχει αφεθεί ελεύθερος, δεκαοκτώ αλλοδαποί ληστές είχαν συλληφθεί διακόσιες φορές, ισάριθμες φορές δικάστηκαν και καταδικάστηκαν και άλλες τόσες αφέθηκαν ελεύθεροι, κ.ο.κ. Καθημερινά είναι τα σχετικά δημοσιεύματα και απαθής η πολιτεία σ’ αυτή την ντροπή. Αντίθετα, νομοθετεί την επιείκεια για όλους προς μεγάλη χαρά των ρεπόντων στην εγκληματικότητα και των θησαυριζόντων ποινικολόγων υπερασπιστών τους. Και καμία κυβέρνηση δεν διανοείται την αυτονόητη λύση του προβλήματος της ασφυξίας στις φυλακές μας, που δεν είναι φυσικά η πρόωρη αποφυλάκιση ή η μη φυλάκιση με τη γενικευμένη αναστολή των ποινών για όλα σχεδόν τα πλημμελήματα. Λογικά όταν δεν χωρούν οι φυλακές τις επεκτείνεις και εν ανάγκη δημιουργείς και νέες. Αυτή την απλή εισήγηση, που θα όφειλαν να κάνουν προς την κυβέρνηση οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη, προφανώς την αποθαρρύνει ο κυριαρχών φόβος του πολιτικού κόστους.

Αλλά αν δεν θέλουμε νέες φυλακές χρειάζεται να περιοριστεί η εγκληματικότητα. Ομως πώς να συμβεί αυτό όταν οι υποψήφιοι παραβάτες γνωρίζουν ότι και αν συλληφθούν μια φιλάνθρωπη νομοθεσία και ένας ευσυγκίνητος δικαστής τούς εγγυώνται της ουσιαστική ατιμωρησία διά των επιεικών ποινών, που και αυτές αναστελλόμενες δεν εκτίονται; Και πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουν ότι και αν ακόμα επαναλάβουν την εγκληματική τους δράση νόμος και δικαστές φροντίζουν να αφεθούν και πάλι ελεύθεροι όσες φορές και αν υποτροπιάσουν; Γιατί προφανώς δεν εκτίονται και οι ανασταλείσες ποινές όπως υποτίθεται ότι επιβάλλει ο νόμος. Και αυτό χάρις στο προκλητικό άρθρο 102 του νέου Ποινικού Κώδικα που επιτρέπει τη μη έκτιση της ανασταλείσας ποινής που έχει επιβληθεί στον υπότροπο. Και στην περίπτωση αυτή «η ποινή που έχει ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί». Ετσι εξηγείται γιατί οι φυλακιζόμενοι λόγω αναστολής της ποινής υποτροπιάζουν κατά συρροήν γνωρίζοντας ότι ένας φιλικός προς τους εγκληματίες νόμος και ένα φιλάνθρωπος δικαστής θα τους αφήσουν και πάλι ελεύθερους.

Εγκληματικότητα με αριστερό φερετζέ

Η δίκη και η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης έθεσε  –ελπίζεται – τέλος στο απροκάλυπτο ναζιστικό αυτό μόρφωμα, το οποίο έτεινε να ριζώσει ως μέρος του πολιτικού μας συστήματος, παρά τα αντιδημοκρατικά του χαρακτηριστικά, με τη βία ως μέρος πολιτικής συμπεριφοράς. Ομως κάθε άλλο παρά θέτει τέρμα στις βίαιες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές, αφού αυτές καταδικάζονται μεν από ολόκληρη την ελληνική κοινωνία όταν προέρχονται από την άκρα Δεξιά, αλλά είναι σχεδόν γενικευμένη η ανεκτικότητα όταν οι πράξεις βίας προέρχονται από την Αριστερά, άκρα ή συγκαλυμμένων προθέσεων. Η τελευταία φάνηκε χωρίς τη δημοκρατική λεοντή της, όταν η κυβέρνηση Σημίτη, με υπουργό Δικαιοσύνης τον Μιχάλη Σταθόπουλο, εισηγήθηκε τη θέσπιση ως ποινικού αδικήματος τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης. Τη διάταξη αυτή, που υπερψήφισε σύσσωμη η ΝΔ ως τότε αξιωματική αντιπολίτευση, καταψήφισε το ΚΚΕ και αριστερόφρονες του ΠαΣοΚ, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ αποχώρησε από την Βουλή. Το γεγονός αυτό σημειώθηκε μεν από τη σχετική αρθρογραφία, αλλά παρέμεινε ασχολίαστο. Κι όμως, είναι περίτρανη απόδειξη ότι η Αριστερά όχι μόνο δεν έχει παύσει να οραματίζεται την κατάκτηση της εξουσίας διά της βίας, αλλά υπερασπίζεται και το δικαίωμα της αριστερής βιαιοπραγίας ως de facto προστατευόμενο δικαίωμα, που θα μπορούσε να απειληθεί αν οι κουμπουροφόροι της με τις κόκκινες σημαίες και τη βίαιη συμπεριφορά παραπέμπονταν κάποτε στη Δικαιοσύνη ως ανήκοντες σε εγκληματική οργάνωση.

Δυστυχώς η ελληνική κοινωνία έχει εθιστεί στις βιαιοπραγίες ιδιαίτερα της νεολαίας της και διαφόρων ημινόμιμων (Ρουβίκωνας) ή παράνομων οργανώσεων, οι οποίες όχι απλώς βιαιοπραγούν, αλλά αφαιρούν και ανθρώπινες ζωές. Υπενθυμίζω την από ευρέα στρώματα της κοινωνίας μας θαυμαζόμενη δολοφονική «17 Νοέμβρη» και συμπαριστάμενα του αρχιδολοφόνου Κουφοντίνα ή την πάντα ατιμώρητη πυρπόληση των υπαλλήλων της Marfin. Αλλωστε στην Αριστερά ανήκουν οι κουκουλοφόροι που σχεδόν καθημερινά σπάνε, καίνε, δέρνουν ατιμωρητί καθώς η ελληνική πολιτεία αρνείται να θεσπίσει την κουκουλοφορία ως ιδιώνυμο αδίκημα. Υπενθυμίζω ότι η Αριστερά αγκαλιά με τη Χρυσή Αυγή κραύγαζαν «να καεί το μπορντέλο η Βουλή».

Δυστυχώς στην ανεκτικότητα προς την αριστερή βία ρέπει κατά κανόνα και η Νέα Δημοκρατία, για να μην την κακοχαρακτηρίσει η Αριστερά, παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του κ. Μητσοτάκη ότι προτίθεται να την πατάξει. Οχι μόνο αποφεύγονται οι συλλήψεις και η τιμωρία των καταστροφέων ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, χωρίς καμιά κύρωση, ούτε καν με αποζημίωση των θυμάτων από τους ταραξίες, αλλά διατηρείται σκόπιμα η φιλική προς τους αδικοπραγούντες ποινική νομοθεσία, η οποία ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση αναστέλλεται αυτή σχεδόν πάντοτε.

Οι ευθύνες των δικαστών

Οι αναθεωρημένοι από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ Ποινικός Κώδικας και Ποινική Δικονομία είχαν έντονα επικριθεί ως διευκολυντικά της ποινικής παραβατικότητας και η νέα κυβέρνηση προέβη αμέσως σε κάποια διορθωτική αναθεώρηση. Ομως και πριν και τώρα στερεότυπα πληροφορούμαστε από τα ΜΜΕ, οσάκις οι αναρχοαυτόνομοι και οι μπαχαλάκηδες τα κάνουν λίμπα, ότι η μεν αστυνομία προέβη σε συλλήψεις των παραβατών προκειμένου να δικασθούν για αυτόφωρα αδικήματα, οι δε δικαστές αφήνουν αμέσως ελεύθερους τους συλληφθέντες και ποτέ δεν μαθαίνουμε αν τελικά δικάστηκαν ή καταδικάστηκαν. Και το κυριότερο, αν μπήκαν στην φυλακή. Και δεν τα μαθαίνουμε όλα αυτά καθώς οι δημοσιογράφοι σχεδόν ποτέ δεν μας ενημερώνουν για την τύχη των κατηγορουμένων.

Ομως παραμένει αναπάντητο το ερώτημα: Γιατί όταν συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω βομβιστές (πρόσφατη περίπτωση σε βάρος του τέως υπουργού Δ. Σταμάτη) ή προσπαθούντες με ρίψη τσιμεντόλιθων να σκοτώσουν αστυνομικούς στην περιβόητη υπόθεση της οδού Ματρώζου αφήνονται αμέσως ελεύθεροι και αναβάλλεται επ’ αόριστον η εκδίκαση; Το άρθρο 424 της αναθεωρημένης Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι «το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, που δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από 15 μέρες». Αλλά στην υπόθεση των τσιμεντόλιθων ανεβλήθη επ’ αόριστον και όχι για 15 μέρες κατά παράβασιν του νόμου και οι αποπειραθέντες να σκοτώσουν αστυνομικούς κυκλοφορούν ελεύθεροι και ωραίοι, συνεχίζοντας πιθανότατα τις παραβατικές επιδόσεις τους. Παρανομούν άραγε αυτοβούλως οι δικαστές όπως εν προκειμένω ή συμμορφώνονται σε υποδείξεις ή απειλές;

Πρόσφατα εξαρθρώθηκε σπείρα ληστών οι οποίοι είχαν 700 φορές συλληφθεί στο παρελθόν για να αφεθούν αμέσως ελεύθεροι. Αλλά όταν οι ληστές γνωρίζουν ότι και αν συλληφθούν θα αφεθούν και πάλι ελεύθεροι γιατί να μη συνεχίζουν αδίστακτα το ανόσιο έργο τους; Η πρόσφατη καταδίκη σε ισόβια των δύο νεαρών βιαστών και δολοφόνων της άτυχης Τοπαλούδη ικανοποίησε το περί δικαίου αίσθημα, εγράφη στον Τύπο. Αλλά οι νεότατοι δράστες μπορούν να είναι σχεδόν βέβαιοι ότι, καθώς τα ισόβια ουδέποτε εφαρμόζονται στη χώρα μας, με την προσπάθεια καλών δικηγόρων σε κάποια χρόνια, πιθανόν και λιγότερα των 15, θα είναι και πάλι ελεύθεροι. Το πόσο βελτίωσε ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Τσιάρας το ανοσιούργημα του νέου Ποινικού Κώδικα και της νέας Ποινικής Δικονομίας προκύπτει από την πρόσφατη δήλωση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Χρυσοχοΐδη ότι μελετάται και νέα διόρθωση της ποινικής νομοθεσίας καθώς διαπιστώθηκε ότι η υπέρ των παρανομούντων εύνοια συνεχίζεται. Και η πρόσφατη επίδοση από τον κ. Χρυσοχοΐδη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ογκώδους φακέλου με 500 ονόματα του οργανωμένου εγκλήματος που ανήκουν σε 20 συμμορίες υποδεικνύει ότι η μεν Αστυνομία ανταποκρίνεται στα καθήκοντά της να παραπέμπει στη Δικαιοσύνη τους βαρυνόμενους με αδίκημα, αλλά η τελευταία φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην αποστολή της.

Και αυτό το μείζον πρόβλημα που οφείλεται είτε στην ακατάλληλη νομοθεσία είτε στην ανεπάρκεια της δικαστικής εξουσίας, καλείται επιτέλους να αντιμετωπίσει αμέσως και ριζικά η κυβέρνηση με την αναγκαία νομοθεσία.

Leave a Comment

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.